During each residency, guests will publish blog entries through which the interested public will be able to track their journey through the locations included in the project.

Dimitris Karakitsos: Sunflower / Ηλιοτρόπιο


She was a gray-brown Maltese dog and got lost at the railway in Neapolis region. Her name was Fifika. Yovanna and I had been looking for her the whole afternoon. She wasn’t our dog, we were just helping a friend.

Well, listen: as we were searching between the wagons I was thinking that, dog or no dog, the upcoming night was like a maid shaking the freshly ironed bedsheets. Yovanna was the first one to get on the wagons, holding my hand, whistling, bending down to look under the rusted wheels, maybe she was also wondering what we were going to do next. They were so many rocks between the rails, probably the remains of a violent stoning. And garbage too. Thousands of scraps of creased paper, among cigarette butts and refreshment cans, insulated wires and all kinds of dirt – but also a plastic sunflower. Yovanna’s laughter frightened an owl that was sleeping nearby, and the bird started fluttering towards the trees – we had forgotten we were looking for the dog.

We didn’t find her. We got the shoes out of the room and checked for hot water. I turned on the TV, Yovanna threw the clothes on the hall’s floor and got into the shower. She asked me to make coffee, but I couldn’t find the filter papers. It was easy though. They were at the back of the first shelf. And as the coffeemaker was glugging, I spied through the keyhole. I don’t know why I did it. I just saw her back. I got two matching cups of the same diameter, a red and a white one, the scent of the bodywash poured into the whole house. Yovanna got in, with her towel and her wet hair, and asked me to stand up so that she would get dressed. I hanged my trousers, took my shoes off and grabbed a towel, took a shower, wiped my body, dried my hair.

She was on the couch, under the sheet, holding her cup and flipping through the channels. She asked me what we were going to eat and went on to check if the half pack of lasagna was still there. I logged into Facebook and lighted up a cigarette. Instead of the usual memes, a friend had posted the video clip of Wonderful Life. I hadn’t watched it for so many years.     

The singer looking blue by the sea, hands in pockets, everything black and white: the ship moving in slow motion – probably getting ready to dock –, the roller-coaster full of carefree and happy passengers, the clouds and the sky, those hanging out on the seafront, the boys looking at the camera, the girl with the beautiful profile, the singer running in slow motion while the others look up to see what’s happening (or having turned their backs, that’s fair too). It was like watching myself when far from her.  

Ι don’t know why, but then I remembered Xenophanes, the pre-Socratic philosopher. I pressed the repeat button and Ι kept watching the faces on screen passing before my eyes in the form of donkeys. What if this animal, hooked on a different evolutionary fate, had dominated our planet? Obviously, the same things: Paleolithic and Neolithic eras, Troy, Agamemnon and Achilles braying over an untamed maid, roman orgies with hay and barley, persecutions by kicking and conquests of cities, resurrections, enlightenments, four-legged creatures marching through Manchuria.

And finally, the donkeys would end up here, in a music video clip. The ass in love and the other ones watching the sea while wagging their tails.

And a keyboard for writing these words right here, just with a bit wider keys.  




Ήταν ένα  γκριζοκαφετί θηλυκό μαλτέζ, χάθηκε στις γραμμές του τρένου, στην περιοχή της Νεάπολης. Την έλεγαν Φιφίκα. Εμείς, δηλαδή εγώ και η Γιοβάννα, την ψάχναμε ένα ολόκληρο απόγευμα. Δεν ήταν δικιά μας, έναν φίλο βοηθούσαμε.

   Λοιπόν άκου: εκεί που ψάχναμε ανάμεσα στα βαγόνια  σκεφτόμουν ότι, βρουμε δεν βρούμε τον σκύλο, η νύχτα που ερχόταν έμοιαζε με καμαριέρα που τινάζει φρεσκοδιδερωμένα σεντόνια. Πρώτη ανέβαινε στα βαγόνια η Γιοβάννα, με τραβούσε από το χέρι, σφύριζε, έσκυβε κάτω από τους σκουριασμένους τροχούς, μπορεί κι εκείνη να είχε στον νου της τι θα κάναμε μετά. Πόσες πέτρες ανάμεσα στις ράγες, ίσως ξέμειναν από κάποιον λιθοβολισμό. Και σκουπίδια. Χιλιάδες χαρτάκια, τσαλακωμένα, ανάμεσα σε αποτσίγαρα και κουτιά από αναψυκτικά, ξέφτια πλαστικά  από τη μόνωση των καλωδίων, όλων των ειδών οι βρωμιές – αλλά κι ένα πλαστικό ηλιοτρόπιο. Το γέλιο της Γιοβάννας τρόμαξε μια κουκουβάγια που κοιμόταν κάπου εκεί, και το πουλί άρχισε να φτεροκοπά προς τα δέντρα – είχαμε ξεχάσει ότι ψάχναμε τον σκύλο.

   Δεν τον βρήκαμε. Βγάλαμε τα παπούτσια έξω από την γκαρσονιέρα της και τσεκάραμε αμέσως για ζεστό νερό. Άνοιξα την τηλεόραση, η Γιοβάννα πέταξε τα ρούχα στο χωλάκι και μπήκε για ντους. Μου είπε να φτιάξω καφέ, αφού καταφέρω να βρω τα φίλτρα. Κι όμως, εύκολο. Στο βάθος, στο πρώτο ράφι. Κι όσο γουργούριζε η καφετιέρα πήγα να κατασκοπεύσω από την κλειδαριά. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Μόνο την πλάτη της κατάφερα να δω.  Ζευγάρωσα με κόπο δυο ισόπαχα φλιτζάνια,  ένα λευκό κι ένα κόκκινο, και η μυρωδιά του αφρόλουτρου ξεχύθηκε σε όλο το σπίτι. Μπήκε η Γιοβάννα με την πετσέτα της και τα βρεγμένα μαλλιά και με σήκωσε για να ντυθεί. Κρέμασα το παντελόνι, πέταξα τα παπούτσια στη γωνία και βούτηξα μια πετσέτα, πλύθηκα, σκουπίστηκα, στέγνωσα μαλλιά.

   Τη βρήκα στον καναπέ, κάτω από το σεντόνι, κρατούσε την κούπα της και έκανε ζάπινγκ. Τι λες να φάμε, με ρώτησε και πήγε να δει αν το μισό πακέτο λαζάνια απ’ τις προάλλες ήταν στη θέση του. Συνδέθηκα στο φέισμπουκ και άναψα τσιγάρο. Αντί των συνηθισμένων memes, μια φίλη μου είχε ανεβάσει το βιντεοκλίπ του τραγουδιού Wonderful life. Πόσα χρόνια είχα να το ακούσω αυτό;

   Ο τραγουδιστής, παραθαλάσσια και μελαγχολικός, με τα χέρια στις τσέπες, κι όλα ασπρόμαυρα: το πλοίο σε αργή κίνηση –μάλλον ετοιμάζεται να ελλιμενιστεί–, το γεμάτο ανέμελους και ευτυχισμένους επιβάτες ρόλερ κόστερ, τα σύννεφα και ο ουρανός, οι αραγμένοι στην προκυμαία, τα αγόρια που κοιτάν τον φακό, η κοπέλα με το όμορφο προφίλ, ο τραγουδιστής που τρέχει σε σλόου μόσιον ενώ οι άλλοι σηκώνουν βλέφαρο για να δουν τι συμβαίνει (ή του έχουν γυρίσει την πλάτη, θεμιτό κι αυτό). Σαν να έβλεπα τον εαυτό μου τις ώρες μακριά της.

   Τότε όμως, δεν ξέρω γιατί, θυμήθηκα τον Ξενοφάνη, τον προσωκρατικό. Πάτησα repeat στο τραγούδι και άρχισα να βλέπω τα πρόσωπα που περνούσαν από την οθόνη με μορφή γαϊδάρου. Άραγε, τι θα γινόταν αν το ζώο αυτό, γαντζωμένο σε μια άλλη εξελικτική μοίρα, είχε κυριαρχήσει στον πλανήτη μας; Προφανώς τα ίδια: παλαιολιθική και νεολιθική εποχή, Τροία, Αγαμέμνων και Αχιλλέας που γκαρίζουν για μια ξεσαμάρωτη υπηρέτρια, ρωμαϊκά όργια με σανό και κριθάρι, διωγμοί κλωτσηδόν και αλώσεις πόλεων, αναγεννήσεις, διαφωτισμοί, τετράποδα να επελαύνουν στην Μαντσουρία…

   Οπότε, κάποια στιγμή θα έφταναν κι εδώ οι γάιδαροι. Σε ένα βιβντεοκλίπ σαν κι αυτό. Ο ερωτευμένος όνος και οι άλλοι που αγνάντευαν τη θάλασσα κουνώντας τις ουρές τους.

   Κι ένα πληκτρολόγιο να χτυπάς εδώ τούτες τις λέξεις, με λίγο πιο φαρδιά πλήκτρα. 




Sandorf - publishing house founded in 2008, engaged in Croatian literature and literature in translation, and in a wide range of books in humanities.


Center for Research and Promotion of Urban Culture (CIP) is a non-profit association that has existed for twenty years. Established in 1998, it operates in the areas of culture and art, urbanism, youth mobility and social dialogue.


Editor in chief: Ivan Sršen

Managing editor: Jana Smrekar

Editorial board: Matko Abramić, Thanos Gogos, Sena Zereyak
Graphic editor: Nikša Eršek

Website maintenance: Nabukodonozor d.o.o.





Severinska 30, 10110 Zagreb, Hrvatska

Call Us

+ 385 (0)1 789 8457